εἰρεσία

εἰρεσία
εἰρεσία
1 rowing

εἰρεσία δ' ὑπεχώρησεν ταχεῖαν ἐκ παλαμᾶν ἄκορος P. 4.202


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • εἰρεσία — εἰρεσίᾱ , εἰρεσία rowing fem nom/voc/acc dual εἰρεσίᾱ , εἰρεσία rowing fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίᾳ — εἰρεσίαι , εἰρεσία rowing fem nom/voc pl εἰρεσίᾱͅ , εἰρεσία rowing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ειρεσία — η (AM εἰρεσία) κωπηλασία αρχ. 1. ορμητική παλινδρομική κίνηση, συνεχόμενη γρήγορη κίνηση 2. το σύνολο τών κωπηλατών 3. το κουπί 4. στον πληθ. οι πάγκοι τών κωπηλατών …   Dictionary of Greek

  • εἰρεσίας — εἰρεσίᾱς , εἰρεσία rowing fem acc pl εἰρεσίᾱς , εἰρεσία rowing fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίαι — εἰρεσία rowing fem nom/voc pl εἰρεσίᾱͅ , εἰρεσία rowing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίαν — εἰρεσίᾱν , εἰρεσία rowing fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσιῶν — εἰρεσία rowing fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίαις — εἰρεσία rowing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίη — εἰρεσία rowing fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίην — εἰρεσία rowing fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρεσίης — εἰρεσία rowing fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”